Άρθρα στην ίδια Ενότητα

ΕΘΝΙΚΑ

Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΡΠΟΣ ΠΛΕΟΝΕΞΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΠΑΓΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Έχει γραφτεί από ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ
Τετάρτη, 18 Νοέμβριος 2009
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος














Ἀπὸ τὴν ΙΒ΄ ὁμιλία στὴν Α΄ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή)
«... Εἰ γὰρ τὰ βιωτικὰ πράγματα καὶ ἐπίκηρα καὶ φθαρτὰ πόνων χωρὶς καὶ ἱδρώτων οὐδέποτε παραγίνεται
τοῖς ἀνθρώποις, πολλῷ μᾶλλον τὰ πνευματικά. Τί δέ, φησί, τοὺς ἐπιτυγχάνοντας οὐχ ὁρᾷς, τοὺς δι’
ὀλίγων πόνων μεγάλα κτησαμένους ἀγαθά; Ποῖα ἀγαθά; χρήματα, καὶ οἰκίας, καὶ πλέθρα γῆς τόσα καὶ τόσα, καὶ ἀνδραπόδων ἀγέλας, καὶ σταθμὸν ἀργυρίου καὶ χρυσίου; ταῦτα λέγεις ἀγαθά, καὶ οὐκ ἐγκαλύπτῃ οὐδὲ καταδύῃ, ἄνθρωπος περὶ οὐρανοῦ φιλοσοφεῖν προστεταγμένος, καὶ
πρὸς τὰ τῆς γῆς κεχηνὼς πράγματα, καὶ ἀγαθὰ καλῶν ἃ μηδενός ἐστιν ἄξια λόγου; Εἰ ταῦτα ἀγαθά, πάντως
καὶ τοὺς κεκτημένους αὐτὰ ἀγαθοὺς δεῖ καλεῖν· ὁ γὰρ ἀγαθόν τι ἔχων, πῶς οὐκ ἀγαθός; Τί οὖν, εἰπέ μοι; ὅταν
οἱ κεκτημένοι αὐτὰ πλεονεκτῶσιν, ἁρπάζωσιν, ἀγαθοὺς αὐτοὺς καλέσομεν; Εἰ γὰρ ἀγαθὸν ὁ πλοῦτος, ἀπὸ δὲ πλεονεξίας συνάγεται, ὅσῳ ἂν αὔξηται, τοσούτῳ μᾶλλον τὸν ἔχοντα ἀγαθὸν ποιήσει νομίζεσθαι. Ἄρα οὖν ἀγαθὸς ὁ
πλεονεκτῶν; Εἰ δὲ ὁ πλοῦτος ἀγαθός, ὑπὸ δὲ πλεονεξίας αὔξεται, ὅσω ἂν πλεονεκτῇ, ἀγαθώτερος ἔσται. Εἶδες τὴν
ἐναντίωσιν; Ἀλλὰ ἂν μὴ πλεονεκτῇ, φησί. Καὶ πῶς ἔνι γενέσθαι; ὀλέθριον γὰρ τὸ πάθος, καὶ οὐκ ἔστιν, οὐκ ἔστι
μὴ ἀδικοῦντα πλουτεῖν. Τοῦτο καὶ ὁ Χριστὸς ἀπεφήνατο λέγων, Ποιήσατε ὑμῖν φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικί-
ας. Τί οὖν, φησιν, ἂν παρὰ πατρὸς δέξηται τὸν κλῆρον; Τὰ ἐξ ἀδικίας συλλεγέντα ἐδέξατο. Οὐ γὰρ δὴ ἀπὸ τοῦ
Ἀδὰμ ὁ πρόγονος ἐκείνου πλούσιος ἦν, ἀλλὰ πολλοὺς ἑτέρους εἰκὸς πρὸ ἐκείνου γεγενῆσθαι, εἶτα ἐν τοῖς πολ-
λοῖς εὑρεθῆναί τινα ἀδίκως τὰ τῶν ἄλλων εἰληφότα καὶ καρπούμενον...» (Ε.Π.Μ. 62, 561-2).
ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Ἂν δηλαδὴ τὰ βιοτικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα καὶ πρόσκαιρα εἶναι καὶ φθαρτά, δὲν ἀποκτῶνται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους χωρὶς κόπους καὶ ἱδρῶτες, πολὺ περισσότερο τὰ πνευματικά.
Ἀλλὰ τί, θ’ ἀντείπει κανείς, δὲ βλέπεις τοὺς πιασμένους οἰκονομικά, αὐτοὺς ποὺ μὲ λίγους κόπους ἀπέκτησαν πολλὰ ἀγαθά; Ποιὰ ἀγαθά; Χρήματα καὶ σπίτια καὶ στρέμματα γῆς τόσα καὶ τόσα καὶ κοπάδια ἀπὸ δούλους κι ἀσήμι καὶ χρυσάφι σὲ μεγάλες ποσότητες; Αὐτὰ ἀποκαλεῖς ἀγαθὰ καὶ δὲ σκεπάζεις τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ ντροπὴ καὶ δὲ ζητᾶς ν’ ἀνοίξει ἡ γῆ νὰ σὲ καταπιεῖ, πού, ἐνῶ σὰν ἄνθρωπος ἔχεις προσταχθεῖ νὰ φιλοσοφεῖς γιὰ τὸν οὐρανό, ἀπο θαυμάζεις μ’ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα γήινα πράγματα κι ἀποκαλεῖς ἀγαθὰ αὐτὰ ποὺ εἶναι τελείως ἀνάξια λόγου; Ἂν αὐτὰ εἶναι ἀγαθά, τότε θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε ν’ ἀποκαλοῦμε καὶ τοὺς κατόχους τους ἀγαθούς. Γιατί κάποιος ποὺ ἔχει κάτι τὸ ἀγαθό, μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι καὶ ὁ ἴδιος ἀγαθός; Τί λοιπόν, εἰπέ μου; Ὅταν οἱ κάτοχοί τους πλεονεκτοῦν κι ἁρπάζουν, θὰ τοὺς ἀποκαλέσουμε ἀγαθούς; Ἂν δηλ. εἶναι ἀγαθὸ πράγμα ὁ πλοῦτος, ὅσο μεγαλώνει, τόσο περισσότερο θὰ κάμει νὰ νομίζεται ἀγαθὸς ὁ κάτοχός του. Δεδομένου ὅμως ὅτι μὲ τὴν πλεονεξία συγκεντρώνεται, δὲν καταλήγουμε στὸ συμπέρασμα ὅτι εἶναι ἀγαθὸς ὁ πλεονέκτης; Ἂν δὲ ὁ πλοῦτος εἶναι ἀγαθός, εἶναι δὲ γνωστὸ ὅτι μὲ τὴν πλεονεξία αὐξάνει, ὅσο πλεονεκτεῖ ὁ κάτοχός του, τόσο περισσότερο ἀγαθὸς θὰ εἶναι. Εἶδες τὴν ἀντίφαση (στὴν ὁποία ὁδηγεῖ ἡ ἄποψη ὅτι ὁ πλοῦτος εἶναι κάτι τὸ ἀγαθό); Ἀλλ’ ἂν δὲν πλεονεκτεῖ, θ’ ἀντείπει κανείς. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ συμβεῖ αὐτό; Ἐρωτῶ, γιατὶ εἶναι ὀλέθριο τὸ πάθος τῆς πλουτομανίας καὶ δὲν εἶναι, δὲν εἶναι μὲ κανένα τρόπο δυνατὸ νὰ πλουτεῖ κανεὶς χωρὶς ν’ ἀδικεῖ. Τοῦτο καὶ ὁ Χριστὸς τὸ ἐπιβεβαίωσε λέγοντας: «Ποιήσατε ὑμῖν φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας». Τί λοιπόν, θ’ ἀντείπει κανείς, μ’ ἄδικα μέσα θὰ ἔχει πλουτίσει ἂν κληρονομήσει τὸν πλοῦτο ἀπὸ τὸν πατέρα του; Τὰ προϊόντα τῆς ἀδικίας κληρονόμησε. Γιατὶ δὲν ἦταν βέβαια πλούσιος ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀδὰμ ὁ πρόγονός του, ἀλλὰ φυσικὸ εἶναι νὰ ὑποθέσουμε ὅτι πολλοὶ ὑπῆρξαν πρὶν ἀπ’ αὐτόν, κάποιος δὲ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἅρπαξε τὰ ἀγαθὰ τῶν ἄλλων καὶ τὰ καρπώθηκε...».


2 Σχόλια
Διαβάστε περισσότερα...

ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Έχει γραφτεί από ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ
Τετάρτη, 18 Νοέμβριος 2009
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος














(Ἀπὸ τὴν 10η ὁμιλία στὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους)
«...Πάντα γὰρ παρὰ τοῦ Χριστοῦ ἔχομεν· καὶ αὐτὸ τὸ εἶναι καὶ τὸ ἀναπνεῖν, καὶ τὸ φῶς καὶ τὸν ἀέρα καὶ τὴν γῆν· κἂν ἀποκλείσῃ τι τούτων, ἀπωλόμεθα καὶ διεφθάρημεν· πάροικοι γάρ ἐσμεν καὶ παρεπίδημοι. Τὸ δὲ ἐμὸν καὶ τὸ σὸν τοῦτο ρήματά ἐστι ψιλὰ μόνον· ἐπὶ δὲ πραγμάτων οὐχ ἔστηκε. Καὶ γὰρ εἰ τὴν οἰκίαν σὴν εἶναι φής, ῥῆμά ἐστι πράγματος ἔρημον. Καὶ γὰρ καὶ ὁ ἀὴρ καὶ γῆ καὶ ὕλη τοῦ Δημιουργοῦ, καὶ σὺ δὲ αὐτὸς ὁ κατασκευάσας αὐτήν, καὶ τὰ ἄλλα δὲ πάντα. Εἰ δὲ ἡ χρῆσις σή, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ
ἄδηλος, οὐ διὰ τὸν θάνατον μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ θανάτου διὰ τὸ τῶν πραγμάτων εὐρίπιστον. Ταῦτ’ οὖν συ-
νεχῶς παρ’ ἑαυτοῖς γράφοντες, φιλοσοφήσωμεν, καὶ δύο τὰ μέγιστα κερδανοῦμεν· εὐχάριστοί τε γὰρ ἐσόμεθα καὶ ἔχοντες καὶ ἀφαιρούμενοι, καὶ οὐ μὴ δουλεύσωμεν τοῖς παρατρέχουσι καὶ τοῖς οὐχ ἡμῶν...Ἡ ψυχή σου οὐκ ἔστι σή, καὶ πῶς τὰ χρήματα ἐστὶ σά; Πῶς οὖν ἀναλίσκεις εἰς οὐδὲν δέον τὰ μὴ σά; οὐκ οἶδας ὅτι διὰ τοῦτο μέλλομεν ἐγκαλεῖσθαι, κακῶς αὐτοῖς χρησάμενοι;
Ἐπειδὴ δὲ οὐκ ἔστιν ἡμέτερα, ἀλλὰ τοῦ Δεσπότου, εἰς τοὺς ὁμοδούλους ἐχρῆν δαπανᾶν. Τοῦτο γοῦν καὶ ὁ πλούσιος ἐκεῖνος ἐνεκαλεῖτο, ὅτι μὴ ἐποίησε, καὶ οἱ μὴ θρέψαντες τὸν Κύριον. Μὴ τοίνυν λέγε, ὅτι τὰ ἐμαυτοῦ ἀναλίσκω, καὶ ἐκ τῶν ἐμαυτοῦ τρυφῶ. Οὐκ ἀπὸ τῶν σεαυτοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων· ἀλλοτρίων δὲ λέγω, ἐπειδὴ σὺ βούλει· ἐπεὶ σὰ βούλεται εἶναι ὁ Θεὸς τὰ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν ἐγχειρισθέντα σοι. Γίνεται δὲ σὰ τὰ ἀλλότρια, ἂν εἰς ἑτέρους ἀναλώσῃς· ἂν δὲ εἰς σεαυτὸν ἀναλώσῃς
ἀφειδῶς, ἀλλότρια γέγονε τὰ σά. Ἐπειδὴ γὰρ ὠμῶς αὐτοῖς κέχρησαι, καὶ λέγεις, ὅτι Τὰ ἐμὰ εἰς ἐμὴν ἀπόλαυσιν μόνον ἀναλωθῆναι δίκαιον, διὰ τοῦτο ἀλλότρια αὐτὰ λέγω· κοινὰ γὰρ ἐστὶ σὰ καὶ τοῦ συνδούλου, ὥσπερ ἥλιος κοινὸς καὶ ἀὴρ καὶ γῆ καὶ τὰ ἄλλα πάντα. Καi καθάπερ ἐπὶ τοῦ σώματος καὶ παντός ἐστι τοῦ σώματος καὶ ἑνὸς ἑκάστου
μέλους ἡ διακονία· ὅταν δὲ ἑνὸς μόνου γίνεται μέλους, καὶ τὴν ἰδίαν ἀπόλλυσιν ἐνέργειαν· οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν χρημάτων συμβαίνει.  Καὶ ἵνα σαφέστερον ὃ λέγω γένηται, ἡ τροφὴ τοῦ σώματος ἡ κοινὴ δεδομένη τοῖς μέλεσιν, ἐὰν εἰς ἓν ἔλθῃ μέλος, κἀκείνου λοιπὸν ἀλλοτρία γίνεται. Ὅταν γὰρ μὴ δυνηθῇ πεφθῆναι μηδὲ θρέψαι, ἀλλοτρία κἀκείνου γέγονεν. Ἂν δὲ κοινὴ γένηται, κἀκείνου καὶ πάντων ἐστὶν ἰδία. Οὕτω καὶ ἐπὶ
τῶν χρημάτων, ἂν σὺ μόνος ἀπολαύσῃς καὶ σὺ ἀπώλεσας. Οὐ γὰρ αὐτῶν καρπώσῃ τὸν μισθόν, ἂν δὲ μετὰ τῶν ἄλλων κτήσῃ, τότε μᾶλλον ἔσται σά, καὶ τότε καρπώσῃ τὴν ὠφέλειαν. Οὐχ ὁρᾷς ὅτι χεῖρες διακονοῦνται, καὶ στόμα λεαίνει, καὶ γαστὴρ δέχεται; μὴ λέγει ἡ γαστήρ. Ἐπειδὴ ἐδεξάμην, ὀφείλω τὸ πᾶν κατέχειν; Μὴ τοίνυν, μηδὲ ἐπὶ τῶν χρημάτων τοῦτο σὺ λέγε· τοῦ γὰρ δεχομένου, τὸ μεταδιδόναι. Ὥσπερ
οὖν κακία γαστρὸς τὸ κατέχειν τὰ βρώματα, καὶ μὴ διανέ μειν· παντὶ γὰρ τῷ σώματι λυμαίνεται· οὕτω κακία τῶν πλεονεκτούντων, τὸ κατέχειν ὅπερ ἔχουσι παρ’ ἑαυτοῖς· τοῦτο γὰρ καὶ ἑαυτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους ἀπόλλυσιν». (Ε.Π.Μ. 61,86-87).
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
.. Γιατὶ τὰ πάντα ἀπὸ τὸ Χριστὸ τὰ ἔχομε πάρει. Κι αὐτὴν ἀκόμα τὴν ὕπαρξή μας μὲ τὸ θέλημά του τὴν ἔχομε καὶ τὴ ζωή μας καὶ τὴν ἀναπνοή μας καὶ τὸ φῶς καὶ τὸν ἀέρα κι ὁλόκληρη τὴ γῆ· κι ἂν μᾶς στερήσει ἕνα ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἀγαθά, ἀμέσως θὰ χαθοῦμε καὶ θὰ καταστραφοῦμε. Ξενομερίτες δηλ. εἴμαστε καὶ περαστικοὶ ἀπὸ τὴ γῆ.
Ὅσο γιὰ τοὺς ὅρους ποὺ χρησιμοποιοῦμε: «τὸ δικό μου» καὶ «τὸ δικό σου» πρόκειται γιὰ ἁπλὲς λέξεις, ποὺ δὲν ἀνταποκρίνονται στὴν πραγμα τικότητα. Καὶ πράγματι, ἂν ἰσχυριστεῖς ὅτι τὸ σπίτι σου εἶναι δικό σου, ὁ ἰσχυρισμός σου αὐτὸς θὰ εἶναι ἁπλὸ σχῆμα λόγου, χωρὶς ἀνταπόκριση στὴν πραγματικότητα. Ἁπλούστατα γιατὶ καὶ ὁ ἀέρας καὶ τὸ οἰκόπεδο καὶ τὰ διάφορα ὑλικὰ μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι κατασκευασμένο ἀνήκουν στὸν Δημιουργὸ καὶ σὺ ἀκόμα ὁ κατασκευαστής του καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ὄντα. Κι ἂν ὁπωσδήποτε σοῦ ἀνήκει ἡ χρήση (τοῦ σπιτιοῦ καὶ γενικὰ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν), ὅμως κι αὐτὴ εἶναι ἀβέβαιη, ὄχι μόνο ἐξ αἰτίας τοῦ θανάτου, ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτόν, λόγω τῆς
ἀστάθειας γενικὰ τῶν ὅρων τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Αὐτὰ λοιπὸν ἔχοντας συνεχῶς βαθιὰ χαραγμένα στὸ μυαλό μας, ἂς δοῦμε μὲ φιλοσοφικὴ διάθεση τὸ θέμα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι θὰ βγοῦμε διπλὰ κερδισμένοι: καὶ εὐχαριστημένοι δηλ. θὰ εἴμαστε πάντοτε, εἴτε ἔχομε, εἴτε ἀπὸ ἀνώτερη βία στερούμεθα τὰ ὑλικὰ πράγματα καὶ δὲν
θὰ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ὑποδουλωθοῦμε σὲ πράγματα ποὺ κι εὔκολα μεταβάλλονται καὶ δὲν μᾶς ἀνήκουν...
Ἡ ψυχή σου δὲν εἶναι στὴν πραγματικότητα δική σου καὶ πῶς τὰ
χρήματα εἶναι δικά σου; Πῶς λοιπὸν σπαταλᾶς ἄσκοπα πράγματα ποὺ δὲν σοῦ ἀνήκουν; Δὲ γνωρίζεις ὅτι γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο θὰ δικαστοῦμε στὴ μέλλουσα κρίση, ἐπειδὴ δηλ. θὰ ἔχομε κάνει κακὴ χρήση τῶν χρημάτων;
Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν εἶναι δικά μας (τὰ χρήματα) ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ξοδεύομε χάριν τῶν συνανθρώπων μας. Γιὰ τὴν παράλειψη αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ καθήκοντος κατηγορήθηκε ὁ πλού-
σιος τῆς παραβολῆς καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ στὴν περιγραφὴ τῆς Δευτέρας Παρουσίας φέρονται καταδικασμένοι ἐπειδὴ δὲν ἔθρεψαν τὸν Κύριο (στὰ πρόσωπα τῶν φτωχῶν). Λοιπὸν μὴν ἰσχυριστεῖς ποτὲ ὅτι τὰ δικά μου ξοδεύω καὶ μὲ τὴν περιουσία μου διασκεδάζω. Δὲ διασκεδάζεις μὲ τὴν περιουσία σου, ἀλλὰ μὲ ἀγαθὰ ποὺ ἀνήκουν στοὺς ἄλλους. Λέγω δὲ ὅτι ἀνήκουν στοὺς ἄλλους, ἐπειδὴ σὺ θέλεις νὰ στερηθεῖς τὴν ὠφέλεια ποὺ μποροῦσες νὰ ἔχεις ἀπὸ τὴν καλὴ χρήση τους. Ἐπειδή, κατὰ βάθος, δικά σου θέλει ὁΘεὸς νὰ εἶναι τὰ ἀγαθὰ ποὺ σοῦ ἐμπιστεύθηκε γιὰ λογαριασμὸ τῶν ἀδελφῶν σου. Γίνονται δὲ πραγματικὰ δικά σου τὰ ξένα, ἂν τὰ ξοδέψεις χάριν τῶν ἄλλων. Ἄν, ἀντίθετα, τὰ ξοδέψεις ἀλύπητα χάριν τοῦ ἑαυτοῦ σου, τότε ἀποξενώνεσαι ἀπὸ τὰ δικά σου (χάνεις δηλ. τὴν βαθύτερη ὠφέλεια ποὺ θὰ μποροῦσες νὰ ἔχεις ἀπὸ τὴν καλὴ χρήση τους). Ἐπειδὴ δηλ. τὰ χρησιμοποιεῖς ἐγωϊστικὰ καὶ ἰσχυρίζεσαι ὅτι τὰ ὑπάρχοντά μου εἶναι δίκαιο νὰ διατεθοῦν γιὰ τὴ δική μου ἀποκλειστικὰ ἀπόλαυση, γιὰ τοῦτο τὰ ἀποκαλῶ ξένα. Κοινὰ δηλ. εἶναι, δικά σου καὶ τοῦ συνανθρώπου σου, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι
κοινὸς ὁ ἥλιος καὶ ὁ ἀέρας καὶ ἡ γῆ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα φυσικὰ ἀγαθά. Καὶ ὅπως προκειμένου γιὰ τὸ σῶμα μας, κάθε περιποίηση ποὺ προσφέρεται ἀνήκει καὶ σ’ ὁλόκληρο τὸ σῶμα καὶ στὸ κάθε μέλος ξεχωριστὰ –ἂν περιοριστεῖ σ’ ἕνα μόνο μέλος, τότε καὶ τὴν ὠφέλεια ποὺ τοῦ ἀναλογοῦσε τὸ μέλος αὐτὸ τὴ χάνει– ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τὰ χρήματα.
Καὶ γιὰ νὰ γίνει σαφέστερο αὐτὸ ποὺ ὑποστηρίζω, θὰ μεταχειριστῶ τὸ ἑξῆς παράδειγμα: Ἡ τροφὴ τοῦ σώματος ποὺ εἶναι κοινὴ γιὰ ὅλα τὰ μέλη, ἂν συγκεντρωθεῖ ὅλη σ’ ἕνα μόνο μέλος καὶ γι’ αὐτὸ τὸ μέλος θὰ εἶναι χαμένη. Γιατὶ ἂν δὲν μπορέσει νὰ χωνευτεῖ καὶ νὰ θρέψει τὸ σῶμα καὶ γιὰ τὸ ἕνα μέλος θὰ εἶναι χαμένη. Ὅταν ὅμως πάει σὲ ὅλα τὰ μέλη, τότε κι ἀπ’ τὸ καθένα ξεχωριστὰ κι ἀπ’ ὅλα μαζὶ τὰ μέλη ἀφομοιώνεται. Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καὶ μὲ τὰ χρήματα. Ἂν δηλ. τὰ ἀπολαύσεις ἀποκλειστικὰ μόνος σου καὶ γιὰ σένα πρέπει νὰ θεωροῦνται χαμένα. Γιατὶ δὲν θὰ καρπωθεῖς τὸ μισθὸ (τοῦ Θεοῦ) γιὰ τὴν καλὴ χρήση τους, ἐνῶ ἂν τὰ μοιραστεῖς
μὲ τοὺς ἄλλους, τότε περισσότερο θὰ εἶναι δικά σου καὶ τότε θὰ καρπωθεῖς πραγματικὰ τὴν ὠφέλεια ποὺ προέρχεται ἀπ’ αὐτά. Δὲν βλέπεις ὅτι τὰ χέρια ὑπηρετοῦν καὶ τὸ στόμα μασάει καὶ τὸ στομάχι δέχεται τὴν τροφή; Μήπως λέει τὸ στομάχι: ἐπειδὴ ἐγὼ δέχτηκα τὴν τροφή, ἄρα δικαιοῦμαι νὰ τὴν κρατήσω ὁλόκληρη γιὰ τὸν ἑαυτό μου; Οὔτε λοιπὸν καὶ γιὰ τὰ χρήματα νὰ μὴν ἰσχυρίζεσαι καὶ σὺ κάτι τέτοιο. Καθῆκον ἐκείνου ποὺ παίρνει, εἶναι νὰ δίνει. Ὅπως εἶναι κακὸ τὸ νὰ ἰδιοποιεῖται τὸ στομάχι τὶς τροφὲς καὶ νὰ μὴν τὶς μοιράζει καὶ στὰ ἄλλα μέλη -γιατὶ ἔτσι ὁλόκληρο τὸ σῶμα τὸ ζημιώνει– ὅμοια εἶναι κακὸ καὶ τὸ νὰ προορίζουν οἱ πλεονέκτες τὰ ὑπάρχοντά τους μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Γιατὶ τοῦτο καὶ τοὺς ἑαυτούς των καταστρέφει καὶ τοὺς άλλους.


0 Σχόλια
Διαβάστε περισσότερα...

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Έχει γραφτεί από ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ
Τετάρτη, 18 Νοέμβριος 2009
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος














Ἀπὸ τὴν 11η ὁμιλία στὶς Πράξεις)
«...Ἀπὸ τῆς πολλῆς προθυμίας τῶν ἐπιδιδόντων οὐδεὶς ἦν ἐνδεής. Οὐ γὰρ μέρει μὲν ἐδίδοσαν, μέρει δὲ ἐταμιεύο-
ντο· οὐδὲ πάντα μέν, ὡς ἴδια δέ. Τὴν ἀνωμαλίαν ἐκ μέσου ἐξήγαγον, καὶ ἐν ἀφθονίᾳ ἔζων πολλῇ· καὶ μετὰ πολλῆς δὲ τῆς τιμῆς τοῦτο ἐποίουν. Οὐδὲ γὰρ εἰς τὰς χεῖρας ἐτόλμων δοῦναι, οὐδὲ τετυφωμένως παρεῖχον, ἀλλὰ παρὰ τοὺς πόδας ἔφερον, καὶ αὐτοὺς οἰκονόμους ἠφίεσαν γίνεσθαι, καὶ κυρίους ἐποίουν, ἵνα ὡς ἐκ κοινῶν λοιπὸν ἀναλίσκηται,
ἀλλὰ μὴ ὡς ἐξ ἰδίων. Τοῦτο καὶ πρὸς τὸ μὴ κενοδοξεῖν αὐτοὺς συνεβάλλετο.  Τοῦτο εἰ καὶ νῦν γέγονε, μετὰ πλείονος ἂν τῆς ἡδονῆς ἐβιώσαμεν, καὶ πλούσιοι καὶ πένητες.
Οὐ τοῖς πένησι δὲ μᾶλλον, ἢ τοῖς πλουσίοις τοῦτο ἔφερεν ἂν τὴν ἡδονήν. Καὶ εἰ βούλει, τέως ὑπογράψωμεν αὐτὸ
τῷ λόγῳ, καὶ ταύτῃ καρπωσώμεθα τὴν ἡδονήν, ἐπειδὴ ἐν ἔργοις οὐ βούλεσθε. Μάλιστα μὲν γὰρ καὶ ἐξ ἐκείνων
δῆλον τῶν τότε γενομένων, ὅτι πωλοῦντες οὐκ ἦσαν ἐνδεεῖς, ἀλλὰ καὶ τοὺς πένητας πλουσίους ἐποίουν.
Πλὴν ἀλλὰ καὶ νῦν ὑπογράψωμεν τοῦτο τῷ λόγῳ, καὶ πάντες τὰ αὐτῶν πωλήτωσαν πάντα, καὶ φερέτωσαν εἰς μέσον, τῷ λόγῳ λέγω· μηδεὶς θορυβείσθω, μήτε πλούσιος, μήτε πένης. Πόσον οἴει χρυσίον συνάγεσθαι; Ἐγὼ στοχάζομαι (οὐ γὰρ δὴ μετὰ ἀκριβείας δυνατὸν εἰπεῖν,) ὅτι εἰ πάντες καὶ πᾶσαι τὰ αὐτῶν ἐνταῦθα ἐκένωσαν χρήματα, καὶ χωρία καὶ κτήματα καὶ οἰκίας ἀπέδοντο (ἀνδράποδα γὰρ οὐκ ἂν εἴποιμι· οὐδὲ γὰρ τότε τοῦτο ἦν, ἀλλ’ ἐλευθέρους ἴσως ἐπέτρεπον γίνεσθαι )· τάχα ἂν ἑκατὸν μυριάδες λιτρῶν χρυσίου συνήχθησαν· μᾶλλον δὲ καὶ δὶς καὶ τρὶς τοσαῦτα. Εἰπὲ γὰρ μοί, ἡ πόλις ἡμῖν εἰς πόσον μιγάδων ἀριθμὸν νῦν τελεῖ; πόσους βούλεσθε εἶναι Χριστιανούς; βούλεσθε δέκα μυριάδας, τὸ δὲ ἄλλο Ἑλλήνων καὶ Ἰουδαίων; πόσαι μυριάδες χρυσίου συνελέγησαν; πόσος δὲ ἀριθμός ἐστι πενήτων; Οὐκ οἶμαι πλέον μυριάδων πεντε. Τούτους δὴ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τρέφεσθαι, πόση ἀφθονία ἦν; Μᾶλλον δὲ κοινῆς τῆς τροφῆς γινομένης, καὶ συσσιτίων ὄντων, οὐδὲ πολλῆς ἂν ἐδέησε δαπάνης. Τί οὖν, φησίν, ἐμέλλομεν ποιεῖν μετὰ τὸ ἀναλωθεῖναι; Σὺ οἴει δυνηθῆναι ἀναλωθῆναί ποτε; οὐ γὰρ ἂν μυριοπλασίων ἡ τοῦ Θεοῦ χάρις γέγονε; οὐ γὰρ πλουσίως ἂν ἡ τοῦ
Θεοῦ χάρις ἐξεχύθη; Τί δέ; οὐκ ἂν οὐρανὸν ἐποιήσαμεν τὴν γῆν; Εἰ ἔνθα τρισχίλιοι καὶ πεντακισχίλιοι, τοῦτο γε-
νόμενον οὕτως ἔλαμψε, καὶ οὐδεὶς αὐτῶν πενίαν ᾐτιάσατο, πόσῳ μᾶλλον ἐν τοσούτῳ πλήθει; τίς δὲ οὐκ ἂν καὶ τῶν ἔξωθεν ἐπέδωκεν; Ἵνα δὲ δείξω, ὅτι τὸ διασπάσθαι,  τοῦτο δαπανηρὸν καὶ πενίας ποιητικόν, ἔστω οἰκία, ἔνθα παιδία δέκα καὶ γυνὴ καὶ ἀνὴρ καὶ ἡ μὲν ἐριουργείτω, ὁ δὲ ἔξωθεν φερέτω προσόδους· εἰπὲ δή μοι, οὗτοι κοινῇ
σιτούμενοι, καὶ μίαν ἔχοντες οἰκίαν, πλείονα ἂν ἀναλίσκοιεν, ἢ διασπασθέντες; Εὔδηλον, ὅτι διασπασθέντες· Εἰ γὰρ μέλλοιεν διασπάσθαι τὰ δέκα παιδία, δέκα καὶ οἰκημάτων χρεία, δέκα τραπεζῶν, δέκα ὑπηρετῶν, καὶ τῆςἄλλης προσόδου τοσαύτης. Τί δέ, ἔνθα δούλων πλῆθός
ἐστιν; οὐχὶ διὰ τοῦτο πάντες μίαν ἔχουσι τράπεζαν, ὥστε μὴ πολλὴν γενέσθαι τὴν δαπάνην; Ἡ γὰρ διαίρεσις ἀεὶ ἐλάττωσιν ἐμποιεῖ, ἡ δὲ ὁμόνοια καὶ συμφωνία αὔξησιν.  Οὕτως οἱ ἐν τοῖς μοναστηρίοις ζῶσι νῦν, ὥσπερ ποτὲ οἱ
πιστοί. Τίς ἂν ἀπέθανεν οὖν ἀπὸ λιμοῦ; τίς δὲ οὐ διετράφη μετὰ ἀφθονίας πολλῆς; Νῦν μὲν οὖν τοῦτο δεδοίκασιν ἄνθρωποι μᾶλλον, ἢ εἰς πέλαγος ἐμπεσεῖν ἄπλετον καὶ ἄπειρον. Εἰ δὲ πεῖραν ἐμποιησάμεθα τούτου, τότε ἂν κατετολμήσαμεν τοῦ πράγματος. Πόσην οἴει καὶ χάριν εἶναι; Εἰ γὰρ τότε ὅτε οὐδεὶς ἦν πιστός, ἀλλὰ τρισχίλιοι καὶ πεντακισχίλιοι μόνον· ὅτε πάντες οἱ τῆς οἰκουμένης ἦσαν ἐχθροί· ὅτε πάντες οὐδαμόθεν προσεδόκων παραμυθίαν,
οὕτω δὴ κατετόλμησαν τοῦ πράγματος· πόσῳ μᾶλλον νῦν τοῦτο ἂν ἐγένετο, ἔνθα τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης πιστοί; τίς δ’ ἂν ἔμενεν Ἕλλην λοιπόν; Οὐδένα ἔγωγε ἡγοῦμαι· οὕτως ἂν πάντας ἐπεσπασάμεθα, καὶ εἱλκύσαμεν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς. Πλὴν ἀλλ’ ἂν ὁδῷ ταύτῃ προβαίνωμεν, πιστεύω τῷ Θεῷ, ὅτι καὶ τοῦτο ἔσται. Πείσθητέ μοι μόνον, καὶ κατὰ τάξιν κατορθώσομεν τὰ πράγματα· καὶ ἂν ὁ Θεὸς ζωὴν δῷ, πιστεύω, ὅτι ταχέως εἰς
ταύτην ἡμᾶς ἄξομεν τὴν πολιτείαν» (Ε.Π.Μ. 60, 96-98).
1 Ἡ ὁμιλία αὐτὴ ἀναφέρεται στὸ καθεστὼς τῆς κοινοκτημοσύνης τῆς πρώτης χριστιανικῆς κοινότητας τῶν Ἱεροσολύμων (Πράξ. 4, 32-37).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ
...Ἦταν τόση ἡ προθυμία μὲ τὴν ὁποία ἔδιναν (ὅσοι εἶχαν περιουσίες),
ὥστε δὲν ὑπῆρχε οὔτε ἕνας φτωχὸς (στὴν πρώτη χριστιανικὴ κοινότη-
τα τῶν Ἱεροσολύμων). Δὲν ἔδιναν δηλ. μέρος μόνο ἀπὸ τὴν περιουσία
τους, κρατώντας τὴν ὑπόλοιπη γιὰ τὸν ἑαυτό τους, οὔτε ὅλα μέν, ἀλλὰ
μὲ τὸ αἴσθημα πὼς ἦταν δικά τους καὶ τὰ δώριζαν. Τὴν ἀνωμαλία τῆς ἄνι-
σης κατανομῆς τῶν ἀγαθῶν τὴν εἶχαν ἐξαφανίσει ἀπὸ ἀνάμεσά τους καὶ
ζοῦσαν μὲ μεγάλη ἀφθονία ἀγαθῶν. Καὶ τὸ θεωροῦσαν τοῦτο ἰδιαίτερα
τιμητικό. Οὔτε τολμοῦσαν δηλ. νὰ δίνουν οἱ ἴδιοι ἀπ’ εὐθείας στὰ χέρια
τῶν φτωχῶν, οὔτε αἰσθάνονταν περήφανοι ποὺ ἔδιναν, ἀλλὰ μπροστὰ
στὰ πόδια (τῶν Ἀποστόλων) ἔφερναν (τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν πώληση τῶν
περιουσιῶν τους) κι αὐτοὺς ἄφηναν νὰ τὰ διαχειριστοῦν καὶ ἀπόλυτους
κύριους τοὺς καθιστοῦσαν, ὥστε ἡ κατανάλωση νὰ γίνεται ἀπὸ ἀγαθὰ
ποὺ ἀνῆκαν πιὰ σ’ ὁλόκληρη τὴν κοινότητα καὶ ὄχι ἀπὸ δικά τους. Αὐτὸς
ὁ τρόπος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τοὺς βοηθοῦσε καὶ στὸ νὰ μὴν ὑπερηφα-
νεύονται. Ἂν καὶ σήμερα γινόταν τὸ ἴδιο, θὰ ζούσαμε πιὸ εὐτυχισμένοι
καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ φτωχοί. Μάλιστα ὄχι τόσο στοὺς φτωχούς, ὅσο
στοὺς πλούσιους θὰ ἔφερνε τοῦτο τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐτυχία. Κι ἂν θέλετε,
ἂς παραστήσουμε κατ’ ἀρχὴν μὲ λόγια τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο καὶ μ’ αὐτὸν
τὸν τρόπο ἂς ἀπολαύσουμε τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐτυχία τῆς ἀδελφωμένης
ζωῆς, ἀφοῦ δὲν θέλετε νὰ τὴν ἀπολαύσουμε στὴν πράξη. Γιατὶ εἶναι ἀπὸ
ἑαυτοῦ του φανερό, προπαντὸς ὅμως ἀπὸ ὅσα συνέβησαν τότε, πὼς δια-
θέτοντας τὶς περιουσίες τους οἱ πλούσιοι, ὄχι μόνο δὲν φτώχαιναν, ἀλλὰ
Ἀλλὰ καὶ τώρα ἂς περιγράψουμε μὲ λόγια τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο καὶ
ὅλοι, χωρὶς καμιὰν ἐξαίρεση, ἂς πουλήσουν ὅλα τὰ ὑπάρχοντά τους κι
ἂς καταθέσουν ἐδῶ μπροστὰ τὴν ἀξία τους –ἐπαναλαμβάνω μὲ λόγια
μόνο, κανένας ἂς μὴ θορυβηθεῖ, οὔτε πλούσιος, οὔτε φτωχός. Πόσο
χρυσάφι νομίζετε πὼς θὰ συγκεντρωθεῖ; Ἐγὼ ὑποθέτω (γιατὶ δὲνεἶναι
βέβαια δυνατὸ νὰ τὸ καθορίσω μὲ ἀκρίβεια) ὅτι ἂν ὅλοι καὶ ὅλες κα-
ταθέσουν ἐδῶ εἰλικρινὰ ὅλα τὰ μετρητά τους καὶ προσφέρουν ἐπὶ
πλέον καὶ τὰ χωράφια τους καὶ ὅλα γενικὰ τὰ ἰδιόκτητα ἀντικείμενα
καὶ τὰ σπίτια τους (γιὰ δούλους δὲν κάνω λόγο, ἐπειδὴ οὔτε τότε συ-
νέβη κάτι τέτοιο, ἀλλὰ τοὺς ἐλευθέρωναν καὶ τοὺς ἐξίσωναν μὲ τοὺς
ἑαυτούς των), σὲ λίγο θὰ συγκεντρωνόταν χωρὶς ἀμφιβολία μέχρι ἕνα
ἑκατομμύριο λίτρες χρυσάφι, ἢ καλύτερα δύο καὶ τρεῖς φορὲς αὐτὴ ἡ
ποσότητα. Εἰπέ μου, λοιπόν, ἡ πόλη μας (ἡ Κωνσταντινούπολη) πό-
σους κατοίκους ἀριθμεῖ συνολικά; Πόσοι ἀπ’ αὐτοὺς θὰ θέλατε νὰ
ὑποθέσουμε ὅτι εἶναι χριστιανοί; Θὰ συμφωνούσατε ἑκατὸ χιλιάδες
καὶ οἱ ὑπόλοιποι εἰδωλολάτρες καὶ ἰουδαῖοι; Πόσες δεκάδες χιλιά-
δες λίτρες χρυσάφι συγκεντρώθηκε, πόσος δὲ εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν
φτωχῶν; Δὲ νομίζω περισσότεροι ἀπὸ πενήντα χιλιάδες. Γιὰ νὰ τρέ-
φονται λοιπὸν αὐτοὶ καθημερινά, πόση ἀφθονία μέσων θὰ ὑπῆρχε!
Ἂν μάλιστα ἡ διατροφὴ ἦταν κοινὴ καὶ λειτουργοῦσαν συσσίτια, δὲν
θὰ χρειάζονταν καὶ πολλὰ ἔξοδα. Τί ὅμως, θὰ μοῦ πεῖτε, θὰ κάναμε,
ὅταν θὰ ξοδεύονταν τὰ χρήματα; Ὅμως νομίζετε πὼς θὰ ἦταν ποτὲ
δυνατὸ νὰ ξοδευτοῦν; Δὲν θὰ μᾶς χορηγοῦσε ὁ Θεὸς τὴ χάρη του,
ἱκανὴ ν’ ἀναπληρώσει ποσὸν ἄπειρες φορὲς μεγαλύτερο ἀπ’ αὐτό;
Δὲν θὰ ξεχυνόταν δηλ. πλουσιοπάροχα πάνω σὲ μιὰ τέτοια κοινωνία
ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ; Τί θὰ προέκυπτε λοιπόν; Δὲν θἄχαμε μετατρέψει τὴ γῆ σὲ οὐρανό; Ἂν ἐκεῖ (στὴν πρώτη Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων)
ὅπου οἱ πιστοὶ ἀνέρχονταν σὲ τρεῖς μὲ πέντε χιλιάδες ἔγινε αὐτὸ καὶ
πέτυχε κι ἔλαμψε τόσο πολὺ καὶ κανένας ἀπ’ αὐτοὺς δὲν παραπο-
νέθηκε γιὰ φτώχεια, πόσο περισσότερο θὰ πετύχαινε ἐφαρμοζόμενο
ἀπὸ ἕνα μεγάλο πλῆθος πιστῶν; Ποιὸς δὲ κι ἀπὸ τοὺς ἐκτὸς τῆς πό-
λης μας χριστιανοὺς δὲν θὰ ἔσπευδε πρόθυμα νὰ προσθέσει κι αὐτὸς
τὴν προσφορά του; Γιὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ πὼς ἡ διάσπαση αὐτὴ
εἶναι δαπανηρὴ καὶ πρόξενη τῆς φτώχειας, ἂς πάρουμε σὰν παράδειγ-
μα μιὰ οἰκογένεια ποὺ τὴν ἀποτελοῦν δέκα παιδιά, ἡ γυναίκα καὶ ὁ
ἄνδρας καὶ ἡ μὲν γυναίκα ἂς ὑποθέσουμε πὼς γνέθει καὶ ὑφαίνει, ὁ
δὲ ἄνδρας πὼς ἔχει εἰσόδημα ἀπὸ ἐξωτερικὴ ἐργασία. Εἰπέ μου, λοι-
πόν, πότε θὰ ξοδεύουν περισσότερα, ὅταν θὰ τρέφονται ἀπὸ κοινοῦ
καὶ θὰ διατηροῦν ἕνα νοικοκυριὸ ἢ ὅταν θὰ μένουν ὁ καθένας ξε-
χωριστά; Εἶναι ὁλοφάνερο πὼς ὅταν θὰ μένουν ξεχωριστά. Ἂν δηλ.
ἐπρόκειτο νὰ σκορπίσουν τὰ δέκα παιδιά, θὰ χρειάζονταν καὶ δέκα
σπίτια, δέκα τραπέζια, δέκα ὑπηρέτες καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἀπαραίτητα
στὸν ἴδιο ἀριθμό. Τί συμβαίνει ἐξ ἄλλου στὰ σπίτια ποὺ ἔχουν πολ-
λοὺς δούλους; Δὲν τοὺς ἔχουν κοινὸ φαγητό, ὥστε ἡ σχετικὴ δαπάνη
νὰ μὴν εἶναι μεγάλη; Αὐτὸ γίνεται γιατὶ ἡ διαίρεση σὲ ὅλες τὶς πε-
ριπτώσεις συνεπάγεται τὴν ἐλάττωση, ἐνῶ ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ συμφω-
νία τὴν αὔξηση. Ἔτσι ζοῦν σήμερα στὰ μοναστήρια, ὅπως παλιότερα
οἱ πιστοί. Ποιὸς λοιπὸν πέθανε ἀπὸ τὴν πείνα; Ποιὸς δὲν τράφηκε
μὲ ἀφθονία πολλή; Κι ὅμως, σήμερα, οἱ ἄνθρωποι φοβοῦνται αὐτὴ
τὴ ζωὴ (τῆς κοινοκτημοσύνης) περισσότερο, παρὰ τὸ νὰ πέσουν σὲ
πέλαγος ἄγνωστο καὶ ἀπέραντο. Ἂν ὅμως τὴν εἴχαμε δοκιμάσει, σί-
γουρα θὰ τολμούσαμε νὰ τὴν ἐφαρμόσουμε. Πόση χάρη κι ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Θεοῦ θὰ μᾶς συνόδευε! Γιατὶ ἂν τότε ποὺ δὲν ὑπῆρχαν
παρὰ μονάχα τρεῖς ὥς πέντε χιλιάδες πιστοί, ποὺ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι
ἄνθρωποι τῆς γῆς ἦσαν ἐχθροί τους, ποὺ δὲν περίμεναν βοήθεια ἀπὸ
πουθενά, τόλμησαν, παρ’ ὅλα αὐτά, νὰ πραγματοποιήσουν τὴν κοινο-
κτημοσύνη, πόσο μᾶλλον θὰ μποροῦσε νὰ γίνει αὐτὸ σήμερα, ποὺ μὲ
τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι γεμάτη ἀπὸ πιστοὺς ἡ οἰκουμένη; Καὶ ποιὸς
θὰ παρέμενε τότε εἰδωλολάτρης; Ἐγώ, τουλάχιστο, νομίζω κανένας κι
ἔτσι ὅλους θὰ τοὺς ἀποσπούσαμε ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία καὶ θὰ τοὺς
προσελκύαμε μὲ τὸ μέρος μας (στὸ Χριστιανισμό). (Κάτι τέτοιο τώρα
δὲν συμβαίνει). Ὅμως ἂν προχωροῦμε σ’ αὐτὴν τὴν κατεύθυνση προ-
οδευτικά, πιστεύω πὼς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ κι αὐτὸ ποὺ τώρα μᾶς
φαίνεται ἀκατόρθωτο, θὰ γίνει. Μόνο πιστέψτε στὰ λόγια μου καὶ
θὰ πραγματοποιήσουμε σταδιακὰ τὸ κατόρθωμα αὐτό. Κι ἂν ὁ Θεὸς
μοῦ δώσει ζωή, πιστεύω ὅτι σύντομα θὰ σᾶς ὁδηγήσω σ’ ἕνα τέτοιον
τρόπο συμβίωσης.


0 Σχόλια

«ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΤΟΥΝΤΑΣ» Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Έχει γραφτεί από ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ
Τετάρτη, 18 Νοέμβριος 2009
Άγιος Βασίλειος


















• Ἡ τυραννία τῆς ἐξεζητημένης πολυτέλειας.
• Ἕως πότε θὰ κυβερνάει ὁ πλοῦτος ποὺ γεννάει τὸν πόλεμο καὶ
γενικότερα τροφοδοτεῖ τὸ πολύμορφο ἠθικὸ καὶ κοινωνικὸ
κακό;

ΚΕΙΜΕΝΟ
«... Τὶ ἀποκριθήση τῷ κριτῇ ὁ τοὺς τοίχους ἀμφιεννύς, ἄνθρωπον οὐκ ἐνδύεις; ὁ τοὺς ἵππους κοσμῶν, τὸν ἀδελφὸν ἀσχημονοῦντα περιορᾷς; ὁ κατασήπων τὸν σῖτον, τοὺς πεινῶντας οὐ τρέφεις; ὁ τὸν χρυσὸν κατορύσσων, τοῦ
ἀγχομένου καταφρονεῖς; Ἐὰν δὲ δὴ καὶ γυνὴ φιλόπλουτος συνοικῆ, διπλασίων ἡ νόσος· τὰς τε γὰρ τρυφὰς ἀναφλέγει,
καὶ τὰς φιληδονίας συναύξει, καὶ κέντρα ταῖς περιέργοις ἐπιθυμίαις ἐνίησι, λίθους τινὰς ἐπινοοῦσα, μαργαρίτας καὶ
σμαράγδους καὶ ὑακίνθους, καὶ χρυσόν, τὸν μὲν χαλκεύου-
σα, τὸν δὲ ἐξυφαίνουσα, καὶ διὰ πάσης ἀπειροκαλίας τὴν νόσον αὔξουσα. Οὐ γὰρ ἐκ παρέργου ἡ περὶ ταῦτα σπου-
δή, ἀλλὰ καὶ νύκτες καὶ ἡμέραι τὰς περὶ τούτων μερίμνας ἔχουσι. Καὶ μυρίοι τινὲς κόλακες, ταῖς ἐπιθυμίαις αὐτῶν
ὑποτρέχοντες, συνάγουσι τοὺς ἀνθοβαφεῖς, τοὺς χρυσοχόους, τοὺς μυρεψούς, τοὺς ὑφάντας, τοὺς ποικιλτάς. Οὐδένα χρόνον ἀναπνεῖν δίδωσι τῷ ἀνδρὶ ἐκ τῶν συνεχῶν αὐτῆς
ἐπιταγμάτων. Οὐδεὶς ἐξαρκεῖ πλοῦτος ταῖς γυναικείαις ἐπιθυμίαις ὑπηρετούμενος, οὐδ’ ἂν ἐκ ποταμῶν ἐπιρρέῃ...
Ἕως πότε χρυσός, τῶν ψυχῶν ἡ ἀγχόνη, τὸ τοῦ θανάτου ἄγκιστρον, τὸ τῆς ἁμαρτίας δέλεαρ; Ἕως πότε πλοῦτος,
ἡ τοῦ πολέμου ὑπόθεσις, δι’ ὃν χαλκεύεται ὅπλα, δι’ ὃν ἀκονᾶται ξίφη; Διὰ τοῦτον συγγενεῖς ἀγνοοῦσι φύσιν,
ἀδελφοὶ κατ’ ἀλλήλων φονικὸν βλέπουσι· διὰ τὸν πλοῦτον αἱ ἐρημίαι τοὺς φονευτὰς τρέφουσιν, ἡ θάλασσα τοὺς καταποντιστάς, αἱ πόλεις τοὺς συκοφάντας. Τίς ἐστιν ὁ ψεύδους πατήρ; τίς ὁ πλαστογραφίας δημιουργός; τίς ὁ τὴν ἐπιορκίαν γεννήσας; Οὐχ ὁ πλοῦτος; οὐχ ἡ περὶ τοῦτον σπουδή; Τί πάσχετε, ἄνθρωποι; τίς ὑμῖν τὰ ὑμέτερα εἰς τὴν καθ’ ὑμῶν ἐπιβουλὴν περιέτρεψε; Συνεργία πρὸς τῷ ζῆν. Μὴ γὰρ ἐφόδια κακῶν ἐδόθη τὰ χρήματα; Λύτρον ψυχῆς. Μὴ γὰρ ἀφορμὴ ἀπωλείας; Ἀλλ’ ἀναγκαῖος ὁ πλοῦτος διὰ τοὺς παῖδας. Εὐπρόσωπος ἀφορμὴ πλεονεξίας αὕτη· τοὺς γὰρ παῖδας προβάλλεσθε, τὴν δὲ καρδίαν πληροφορεῖτε.  Μὴν αἰτιῶ τὸν ἀναίτιον· ἴδιον ἔχει οἰκονόμον· παρ’ ἄλλου τὴν ζωὴν ἐδέξατο, παρ’ αὐτοῦ τὰς ἀφορμὰς ἀναμένει τοῦ βίου. Μὴ τοῖς γεγαμηκόσιν οὐκ ἐγράφη τὰ εὐαγγέλια. Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα, καὶ δὸς πτωχοῖς;
Ὅτε ᾔτεις παρὰ τοῦ Κυρίου τὴν εὐπαιδίαν, ὅτε ἠξίου γενέσθαι τέκνων πατήρ, ἆρα προσέθηκας τοῦτο. Δός μοι
τέκνα, ἵνα παρακούσω τῶν ἐντολῶν σου; δός μοι τέκνα ἵνα μὴ φθάσω εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν; Τίς δὲ καὶ
ἐγγυητὴς ἔσται τῆς τοῦ παιδὸς προαιρέσεως, ὅτι εἰς δέον χρήσεται τοῖς δοθεῖσι; Πολλοῖς γὰρ ὁ πλοῦτος ὑπηρέτης ἀκολασίας ἐγένετο. Ἢ οὐκ ἀκούεις τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ λέγοντος· Εἶδον ἀρρωστίαν δεινήν, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ’ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ; καὶ πάλιν, ὅτι Ἀφίω ἐγὼ αὐτὸν τῷ ἀνθρώπῳ τῷ μετ’ ἐμέ. Καὶ τίς οἶδεν εἰ σοφὸς ἔσται, ἢ ἄφρων; Ὅρα δὴ οὖν μή, μετὰ μυρίων πόνων τὸν πλοῦτον ἀθροίσας, ὕλην ἁμαρτημάτων ἑτέροις παρασκευάσῃς, εἶτα εὐρεθῇς διπλᾶ τιμωρούμενος, ὧν τε αὐτὸς ἠδικησας, καὶ ὧν ἕτερον ἐφωδίασας. Μὴ οὐχὶ παντὸς τέκνου οἰκειοτέρα σοί ἐστιν ἡ ψυχή; Μὴ οὐχὶ πάντων μᾶλλον εἰς
οἰκειότητα προσεγγίζει; Πρώτῃ αὐτῇ ἀπόδος τὰ πρεσβεῖα τῆς κληρονομίας, πλουσίας αὐτῇ παράσχου τὰς ἀφορμὰς
τῆς ζωῆς· καὶ τότε τοῖς παισὶ διαιρήσεις τὸν βίον. Οἱ μέν γεπαῖδες παρὰ γονέων μὴ διαδεξάμενοι, ἑαυτοῖς πολλάκις
οἴκους ἐποίησαν· ἡ ψυχὴ δέ, παρὰ σοῦ ἐγκαταλειφθεῖσα, παρὰ τίνος ἐλεηθήσεται;...». (Ε.Π.Μ. 31, 288-300).
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Τί θ’ ἀποκριθεῖς στὸ Θεὸ-Κριτὴ σὺ ποὺ καλύπτεις τοὺς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ σου μὲ πολύτιμα ταπέτα καὶ ὸ συνάνθρωπό σου δὲν τὸν ντύνεις μὲ τὰ πιὸ ἀπαραίτητα ροῦχα; Σὺ ποὺ στολίζεις ἀκριβὰ τ’ ἄλογά σου καὶ τὸν ἀδελφό σου ποὺ δὲν ἔχει πῶς νὰ κρύψει τὴν ἀσχήμια του τὸν περιφρονεῖς; Σὺ ποὺ προτιμᾶς νὰ σαπίζει τὸ σιτάρι στὴν ἀποθήκη, παρὰ νὰ θρέψεις τοὺς πεινασμένους; Σὺ ποὺ κρατᾶς θαμμένο στὴ γῆ τὸ χρυσάφι καὶ καταφρονεῖς τὸν ἀναγκεμένο συνάνθρωπό σου; Ἂν μάλιστα συμπέσει καὶ ἡ γυναίκα τοῦ πλούσιου
νὰ εἶναι φιλάργυρη καὶ φιλάρεσκη, τότε πιὰ τὸ κακὸ διπλασιάζεται.
Γιατὶ καὶ τὶς ἀπολαύσεις ὑποδαυλίζει καὶ τὶς φιληδονίες συναυξάνει καὶ τὶς περίεργες ἐπιθυμίες ἐξάπτει, ἐπινοώντας διάφορους πολυτιμους λίθους γιὰ στολίδια, ὅπως μαργαριτάρια καὶ σμαράγδια, καὶ ὑάκινθους καὶ χρυσάφι πολύ, ποὺ ἄλλο τὸ χρησιμοποιεῖ ἀτόφιο,
κατάλληλα δουλεμένο, ἄλλο τὸ κεντάει σὲ ὑφάσματα καὶ γενικὰ ἐπιδεινώνοντας τὴν ἀρρώστια (τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς σπατάλης) μὲ κάθε εἴδους ἐξεζητημένη πολυτέλεια. Γιατὶ δὲν ἀποτελεῖ πάρερ-
γο ἡ ἐντατικὴ φροντίδα γιὰ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ καὶ οἱ νύχτες καὶ οἱ μέρες εἶναι γεμάτες μ’ αὐτήν. Κι ἀκόμα ἀμέτρητοι κόλακες ἐπιστρατεύονται, πρόθυμοι νὰ τρέξουν νὰ ἱκανοποιήσουν τὶς ἀτέλειωτες
ἐπιθυμίες της, νὰ συγκεντρώσουν τοὺς βαφεῖς, τοὺς χρυσοχόους, τοὺς ἀρωματοποιούς, τοὺς ὑφαντές, τοὺς διακοσμητές. Μὲ τὶς συνεχεῖς προσταγές της οὔτε μιὰ στιγμὴ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνδρα της ν’ἀνασάνει. Κανένας πλοῦτος δὲν ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὶς
γυναικεῖες ἐπιθυμίες, ἀκόμα κι ἂν ρέει σὰν ποτάμι...
Ἕως πότε θὰ εἶναι παντοδύναμο τὸ χρυσάφι, τῶν ψυχῶν ἡ ἀγχόνη, τὸ ἀγκίστρι τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας τὸ δόλωμα; Ἕως πότε θὰ κυβερνάει ὁ πλοῦτος, ἡ αἰτία τοῦ πολέμου, γιὰ τὸν ὁποῖο κατασκευάζονται ὅπλα, γιὰ τὸν ὁποῖο ἀκονίζονται ξίφη; Ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου συγγενεῖς λησμονοῦν τοὺς φυσικοὺς δεσμοὺς τῆς συγγένειας, ἀκό-
μη κι ἀδέρφια ἀλληλοϋποβλέπονται μὲ φονικὲς διαθέσεις. Χάριν τοῦ πλούτου οἱ ἐρημιὲς τρέφουν τοὺς ληστές, ἡ θάλασσα τοὺς πειρατὲς καὶ οἱ πόλεις τοὺς συκοφάντες. Ποιὸς εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους; Ποιὸς ὁ δημιουργὸς τῆς πλαστογραφίας; Ποιὸς ὁ γεννήτορας τῆς
ἐπιορκίας; Δὲν εἶναι ὁ πλοῦτος, δὲν εἶναι ἡ ἀγωνιώδης μέριμνα γιὰ τὴν ἀπόκτησή του; Τί παθαίνετε, ταλαίπωροι ἄνθρωποι; Ποιὸς ἔκαμε ὥστε, τὰ οἰκονομικὰ μέσα ποὺ ἔχουν προορισμὸ νὰ σᾶς ὑπηρετοῦν, νὰ στραφοῦν ἐναντίον σας (ἀπὸ ὑπηρέτες δηλ. νὰ γίνουν δυνάστες σας); Σύνεργα γιὰ τὴ συντήρηση τῆς ζωῆς εἶναι. Μήπως δόθηκαν σὰν ἐργαλεῖα τοῦ κακοῦ τὰ χρήματα; Λύτρα εἶναι γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Μήπως δόθηκαν γιὰ νὰ γίνουν
αἰτία ἀπώλειας; Ἀλλά, θὰ ἰσχυριστοῦν οἱ πλούσιοι, ὁ πλοῦτος εἶναι ἀναγκαῖος γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῶν παιδιῶν. Εὔσχημη πρόφαση πλεονεξίας ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτός. Προβάλλετε δηλ. σὰν δικαιολογία τὰ παιδιά, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἀποκαλύπτετε τὶς βαθύτερες διαθέσεις τῆς καρδιᾶς σας. Μὴ φορτώνεις τὶς προσωπικές σου εὐθύνες στὸν ἀθῶο. Ἔχει κι αὐτὸς δικό του Κριτὴ (στὸν ὁποῖο θὰ λογοδοτήσει
γιὰ τὶς προσωπικὲς πράξεις του). Ἔχει τὸν δικό του Προνοητή, ποὺ φροντίζει γι’ αὐτόν. Ἀπὸ ἄλλον (τὸν Θεὸ) πῆρε τὴ φλόγα τῆς ζωῆς, ἀπ’ αὐτὸν περιμένει καὶ τὰ ὑλικὰ ἐφόδια, τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ συ
ντήρησή του. Μήπως γιὰ τοὺς παντρεμένους δὲν ἰσχύει αὐτὸ ποὺ εἶναι γραμμένο στὰ Εὐαγγέλια: «Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι τέλειος, πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ μοίρασε τὰ χρήματα στοὺς φτωχούς»;
Ὅταν ζητοῦσες ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν εὐτεκνία, ὅταν ζητοῦσες ἐπίμονα νὰ γίνεις πατέρας παιδιῶν, ἆραγε, πρόσθεσες καὶ τοῦτο: Δός μου παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν ἀξιωθῶ νὰ φτάσω στὴν οὐράνια βασιλεία σου; Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ, ποιὸς σοῦ ἐγγυᾶται γιὰ τὶς καλὲς διαθέσεις τοῦ παιδιοῦ, ὅτι δηλ.
θὰ χρησιμοποιήσει σωστὰ ἐκεῖνα ποὺ θὰ τοῦ δώσεις; Εἶναι γνωστὸ πὼς γιὰ πολλοὺς ὁ πλοῦτος ἀποδείχτηκε ὑπηρέτης ἀκολασίας. Ἢ μήπως δὲν ἀκοῦς τὸν Ἐκκλησιαστὴ ποὺ λέει: εἶδα φοβερὴ διαστροφὴ κι ἀρρώστια, δηλ. τὸν πλοῦτο ποὺ φυλάγεται στὸ σπίτι τοῦ πλούσιου νὰ γίνεται αἰτία κακοῦ γιὰ τὸν ἴδιο; Κι ἀκόμα: ἀφήνω τὸν πλοῦτο στὸν ἀπόγονό μου· ποιὸς ὅμως γνωρίζει ἂν θὰ βγεῖ μυαλωμένος ἢ ἀνόητος; Πρόσεξε λοιπὸν καλὰ μήπως, συγκεντρώνοντας μὲ χίλια βάσανα τὸν πλοῦτο, δὲν κά-
νεις τίποτ’ ἄλλο, παρὰ νὰ προετοιμάζεις γι’ ἄλλους ὑλικὸ καὶ ἀφορμὲς ν’ ἁμαρτήσουν καὶ στὸ τέλος βρεθεῖς διπλὰ ἔνοχος τιμωρίας καὶ γιὰ τὶς ἀδικίες δηλ. ποὺ ὁ ἴδιος διέπραξες γιὰ νὰ πλουτίσεις καὶ γιὰ τὰ μέσα διαφθορᾶς μὲ τὰ ὁποῖα ἄλλον ἐφοδίασες. Μήπως ἀπ’ οποιοδήποτε παιδὶ δὲν σοῦ εἶναι προσφιλέστερη ἡ ψυχή; Μήπως ἀπ’ ὅλα δὲν σοῦ εἶναι αὐτὴ περισσότερο συγγενής; Σ’ αὐτὴν λοιπὸν παραχώρησε τὰ πρωτεῖα τῆς κληρονομιᾶς, πλουσιοπάροχα δός της τὰ ἐφόδια τῆς αἰώνιας ζωῆς. Κι ὅταν αὐτὸ θὰ ἔχει γίνει, τότε πιὰ ἀσχολήσου καὶ μὲ τὴ μοιρασιὰ τῆς περιουσίας σου στὰ παιδιά σου. (Βέβαια ἡ περιουσία σου θὰ εἶναι τότε
κατ’ ἀνάγκην μικρή. Τοῦτο ὅμως δὲν ἔχει σημασία). Παιδιὰ ποὺ δὲν κληρονόμησαν ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους τίποτα δημιούργησαν μόνα τους ὁλόκληρα νοικοκυριά. Ἡ ψυχή σου ὅμως, ὅταν ἀπὸ σένα τὸν ἴδιο ἐγκαταλειφθεῖ, ἀπὸ ποιὸν θὰ βρεῖ ἔλεος καὶ βοήθεια;...










0 Σχόλια
Διαβάστε περισσότερα...

ΚΑΤΑ ΤΟΚΙΖΟΝΤΩΝ» ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

Έχει γραφτεί από ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ
Τετάρτη, 18 Νοέμβριος 2009
ΚΑΤΑ ΤΟΚΙΖΟΝΤΩΝ» ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ν

• Ἡ κοινωνικὴ ἐκμετάλλευση αἰτία τῆς φτώχειας καὶ τῆς δυστυ-
χίας τῶν πολλῶν.
• Ἀνώφελο νὰ δημιουργεῖς πολλοὺς φτωχοὺς μὲ τὴν ἐκμετάλ-
λευση καὶ ν’ ἀνακουφίζεις ἕνα μὲ τὴν ἐλεημοσύνη.

ΚΕΙΜΕΝΟ
«Ἀργὸς καὶ πλεονεκτικὸς βίος ὁ τοῦ τοκίζοντος. Οὐκ
οἶδε πόνον γεωργίας, οὐκ ἐπίνοιαν ἐμπορίας· ἐφ’ ἑνὸς δὲ
τόπου κάθηται, τρέφων ἐπὶ τῆς ἑστίας θηρία. Ἄσπαρτα
αὐτῷ βούλεται τὰ πάντα καὶ ἀνήροτα φύεσθαι· ἄροτρον
ἔχει τὸν κάλαμον· χώραν, τὸν χάρτην· σπέρμα, τὸ μέλαν·
ὑετόν, χρόνον, αὐξάνοντα αὐτῷ λανθανόντως τὴν τῶν
χρημάτων ἐπικαρπίαν. Δρέπανόν ἐστιν αὐτῷ ἡ ἀπαίτη-
σις· ἅλων, ἡ οἰκία, ἐφ’ ἧς λεπτύνει τὰς τῶν θλιβομένων
οὐσίας. Τὰ πάντα ἴδια βλέπει. Εὔχεται τοῖς ἀνθρώποις
ἀνάγκας καὶ συμφοράς, ἵνα πρὸς αὐτὸν ἠναγκασμένως
ἀπέλθωσι. Μισεῖ τοὺς ἑαυτοῖς ἀρκοῦντας, καὶ τοὺς μὴ
δεδανεισμένους ἐχθροὺς ἡγεῖται. Προσεδρεύει τοῖς δικα-
στηρίοις, ἵνα εὕρη τὸν στενούμενον τοῖ
στηρίοις, ἵνα εὕρη τὸν στενούμενον τοῖς ἀπαιτηταῖς, καὶ
τοῖς πράκτορσιν ἀκολουθεῖ, ὡς ταῖς παρατάξεσι καὶ τοῖς
πολέμοις οἱ γῦπες. Περιφέρει τὸ βαλάντιον, καὶ δείκνυ-
σι τοῖς πνιγομένοις τῆς θήρας δέλεαρ, ἵν’ ἐκείνῳ διὰ τὴν
χρείαν περιχήναντες, συγκαταπίωσι τοῦ τόκου τὸ ἄγκι-
στρον. Καθ’ ἡμέραν ἀριθμεῖ τὸ κέρδος, καὶ τῆς ἐπιθυμί-
ας οὐκ ἐμπίπλαται. Ἄχθεται πρὸς τὸν χρυσὸν τὸν ἐπὶ τῆς
οἰκίας ἀποκείμενον, διότι κεῖται ἀργὸς καὶ ἄπρακτος...
Περιεργάζεται ὁ δανειστὴς τοῦ χρεώστου τὰς πράξεις,
τὰς ἐκδημίας, τὰ κινήματα, τὰς μεταβάσεις, τὰς ἐμπορί-
ας· κἂν φήμη τις παραγένηται σκυθρωπή, ὅτι λησταῖς ὁ
δεῖνα περιέπεσεν, ἢ ἔκ τινος περιστάσεως εἰς πενίαν αὐτῷ
μετεβλήθη ἡ εὐπορία, κάθηται, τῷ χεῖρε συνδήσας, στέ-
νει συνεχῶς, ὑποδακρύει πολλά· ἀνελίττει τὸ χειρόγρα-
φον, θρηνεῖ ἐν τοῖς γράμμασιν τὸν χρυσόν, προσκομίζων
τὸ συμβόλαιον, ὡς ἱμάτιον υἱοῦ τελευτήσαντος· ἀπ’ ἐκεί-
νου θερμότερον ἐγείρει τὸ πάθος. Ἂν δὲ καὶ ναυτικὸν ᾖ τὸ
δάνεισμα, τοῖς αἰγιαλοῖς προσκάθηται, τὰς κινήσεις με-
ριμνᾶ τῶν ἀνέμων, συνεχῶς διερωτᾷ τοὺς καταίροντας,
μή που ναυάγιον ἠκούσθη, μή που πλέοντες ἐκινδύνευ-
σαν. Παχνοῦται τὴν ψυχὴν ἐκ τῶν λειψάνων τῆς καθημε-
ρινῆς φροντίδος. Πρός δη τὸν τοιοῦτον λεκτέον. Παῦσαι,
ἄνθρωπε, μερίμνης ἐπικινδύνου. Ἀνάπαυσαι ἀπὸ ἐλπίδος
τηκούσης· μὴ τόκους ζητῶν σαυτῷ τὸ κεφάλαιον δια-
φθείρῃς. Παρὰ πένητος ζητεῖς προσόδους και προσθήκας
πλούτου, παραπλήσιον ποιῶν ὡς εἴ τις ἀπὸ χώρας αὐχμῷ
θερμοτάτῳ ξηρανθείσης λαβεῖν θελήσειε σίτου θημωνίας,
ἢ πλῆθος βοτρύων ἐξ ἀμπέλου μετὰ νέφος χαλαζηφόρον
ἢ τέκνων τόκον ἀπὸ στείρας γαστρός, ἢ γάλακτος τροφὴν
ἐξ ἀτόκων γυναικῶν...
Πῶς οὖν προσεύξῃ, ὁ τοκογλύφος; Μετὰ ποίου συνειδό-
τος αἴτημα ἀγαθὸν ζητήσεις παρὰ Θεοῦ, ὁ πάντα λαμβά-
νων, καὶ μὴ μαθὼν διδόναι; Ἢ οὐκ οἶδας, ὅτι ἡ προσευχή
σου ὑπόμνησις μισανθρωπίας ἐστίν; Τί συνεχώρησας, καὶ
συγγνώμην αἰτεῖς; Τίνα ἠλέησας καὶ καλεῖς τὸν ἐλεήμο-
να; Ἂν δὲ καὶ δῷς ἐλεημοσύνην, μισανθρώπου φορολογί-
ας, οὐκ ἀπὸ συμφορῶν ἀλλοτρίων δακρύων γέμοντα καὶ
στεναγμῶν; Εἰ ἐγνώριζεν ὁ πένης πόθεν ὀρέγεις τὴν ἐλε-
ημοσύνην, οὐκ ἂν ἐδέξατο, ὡς ἀδελφικῶν σαρκῶν γεύ-
εσθαι μέλλων, καὶ αἵματος τῶν οἰκείων· εἶπε δ’ ἂν πρὸς
σὲ λόγον γέμοντα σώφρονος παρρησίας· Μή με θρέψῃς,
ἄνθρωπε, ἀπὸ δακρύων ἀδελφικῶν. Μὴ δῷς ἄρτον πένη-
τι, γενόμενον ἀπὸ στεναγμῶν τῶν συμπτώχων. Ἀνάλυσον
πρὸς τὸν ὁμόφυλον ὃ κακῶς ἀπήτησας, κἀγὼ ὁμολογήσω
τὴν χάριν. Τί ὠφελεῖς, πολλοὺς πτωχοὺς ποιῶν, καὶ ἕνα
παραμυθούμενος; Εἰ μὴ πλῆθος ἦν τοκιστῶν, οὐκ ἂν ἦν
τὸ πλῆθος τῶν πενομένων. Λῦσον σου τὴν φατρίαν, καὶ
πάντες ἕξομεν τὴν αὐτάρκειαν...». (Ε.Π.Μ. 46, 437-445).








ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Ἀργόσχολη καὶ πλεονεκτικὴ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ τοκιστῆ. Δὲ γνωρίζει αὐτὸς τοὺς κόπους τῆς γεωργίας οὔτε τὴν ἐφευρετικότητα τοῦ
ἐμπορίου. Ἀντίθετα (ἀπ’ ὅ,τι συμβαίνει μὲ ὅσους ἀσκοῦν παραγωγικὰ ἐπαγγέλματα), ὁ τοκιστὴς κάθεται στὸν ἴδιο πάντοτε τόπο, μέσα στὸ σπίτι του μεγαλώνει τὰ θρεφτάρια τῆς κερδοσκοπίας.
Ἄσπαρτα κι ἀκαλλιέργητα θέλει τὰ πάντα γι’ αὐτὸν νὰ φυτρώνουν.
Γι’ ἀλέτρι ἔχει τὴν πέννα· γιὰ χωράφι, τὸ χαρτί· γιὰ σπόρο, τὸ μελάνι· γιὰ βροχή, τὸ χρόνο ποὺ τοῦ πολλαπλασιάζει ἀθόρυβα τοὺς τόκους τῶν χρημάτων. Δρεπάνι του εἶναι ἡ δικαστικὴ ἀπαίτηση τοῦ χρέους, ἁλώνι, τὸ σπίτι του, ὅπου λιανίζει τὶς περιουσίες τῶν ἀναγκεμένων ἀνθρώπων. Ὁλωνῶν τ’ ἀγαθὰ τὰ βλέπει δικά του.  Εὔχεται στοὺς ἀνθρώπους ἀνάγκες καὶ συμφορές, γιὰ νὰ τρέξουν ὑποχρεωτικὰ νὰ δανειστοῦν ἀπ’ αὐτόν. Μισεῖ τοὺς αὐτάρκεις καὶ ὅσους δὲν ἔχουν δανειστεῖ ἀπ’ αὐτόν, τοὺς θεωρεῖ ἐχθρούς του.
Συχνάζει στὰ δικαστήρια γιὰ ν’ ἀνακαλύψει κάποιον ποὺ τὸν πιέζουν οἱ δανειστὲς καὶ τοὺς φοροεισπράκτορες ἀκολουθεῖ, ὅπως τὰ κοράκια τοὺς στρατοὺς ποὺ διεξάγουν πόλεμο (γιὰ νὰ τρῶνε τοὺς σκοτωμένους). Κουβαλάει παντοῦ τὸ κομπόδεμα, καὶ σὰν δόλωμα τὸ δείχνει σ’ἐκείνους ποὺ τοὺς πνίγει ἡ ἀνάγκη, ὥστε, ἀνοίγοντας
γι’ αὐτὸ τὸ στόμα, νὰ καταπιοῦν μαζὶ μ’ αὐτὸ καὶ τὸ ἀγκίστρι τοῦ τόκου. Καθημερινὰ μετράει τὰ κέρδη, μὰ ἡ δίψα του γιὰ χρῆμα δὲ σβήνει. Στεναχωριέται γιὰ τὸ χρυσάφι ποὺ ἔχει φυλαγμένο στὸ σπίτι, ἐπειδὴ μένει ἀχρησιμοποίητο κι ἀνεκμετάλλευτο...
Περιεργάζεται ὁ δανειστὴς ὅλες τὶς πράξεις τοῦ ὀφειλέτη, τὰ ταξίδια του, τὶς χειρονομίες του, τὶς ἐπισκέψεις του, τὶς ἐμπορικὲς συναλλαγές του. Κι ἂν καμιὰ δυσάρεστη εἴδηση φτάσει, ὅτι δηλ. ὁ τάδε ἔπεσε στοὺς ληστές, ἢ ὅτι φτώχεψε ξαφνικὰ ἀπὸ κάποια ἀτυχία, κάθεται μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, ἀναστενάζει ἀδιάκοπα, χύνει κρυφὰ μαῦρο δάκρυ·
ξετυλίγει τὸ χρεώγραφο, θρηνεῖ τὸ χρυσάφι ποὺ ἀντιπροσωπεύουν οἱ γραμμές του, προσκομίζει τὸ συμβόλαιο σὰ νὰ ἦταν ἔνδυμα πεθαμένου παιδιοῦ του· μάλιστα κι ἀπὸ ’κεῖνο, περισσότερη θλίψη τοῦ προκαλεῖ.
Ἂν μάλιστα συμβεῖ νὰ ἔχει δανείσει ναυτικούς, κάθεται διαρκῶς κοντὰ στοὺς γιαλούς, μελετάει τὶς κινήσεις τῶν ἀνέμων, ρωτάει ἐπίμονα ὅσους καταπλέουν, μήπως ἀκούστηκε κανένα ναυάγιο, μήπως κινδύνεψαν πουθενὰ ναυτικοί; Λιώνει ἡ ψυχή του κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν καθημερινῶν φροντίδων. Σ’ ἕνα τέτοιον ἀξίζει βέβαια νὰ εἰπωθεῖ: σταμάτα, ἄνθρωπέ μου, τὶς ἐπικίνδυνες αὐτὲς φροντίδες· λυτρώσου ἀπὸ τὴν ἐξουθενωτικὴ προσδοκία τοῦ κέρδους· πρόσεξε μήπως κυνηγώντας τόκους, δαπανήσεις τὸ πολύτιμο κεφάλαιο ποὺ εἶναι ὁ εαυτός σου. Ζητεῖς εἰσοδήματα καὶ πρόσθετα πλούτη ἀπ’ τὸ φτωχό,κάνοντας κάτι ἀνάλογο μ’ αὐτὸν ποὺ θἄθελε νὰ πάρει θημωνιὲς σιτάρι
ἀπὸ χωράφι ποὺ τὸ ξέρανε ὁ λίβας, ἢ ἄφθονα σταφύλια ἀπὸ ἀμπέλι ἀπ’τὸ ὁποῖο πέρασε χαλαζοφόρο σύννεφο, ἢ παιδιὰ ἀπὸ στείρα κοιλιὰ ἢ θρεπτικὸ γάλα ἀπὸ γυναῖκες ποὺ δὲν ἔχουν γεννήσει...Πῶς θὰ προσευχηθεῖς λοιπόν, τοκογλύφε; Μὲ τί συνείδηση θὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ κάποια εὐεργεσία, σὺ ποὺ ἔμαθες ὅλο νὰ παίρνεις καὶ ποτὲ νὰ μὴ δίνεις; Ἢ μήπως σοῦ διαφεύγει ὅτι ἡ προσευχή σου ἀποτελεῖ ὑπόμνηση τῆς δικῆς σου ἀπανθρωπιᾶς; Ποιὰ συγχώρηση ἔδωσες καὶ ζητᾶς συγγνώμην; Ποιὸν ἐλέησες κι ἐπικαλεῖσαι τὸν Ἐλεήμονα; Ἀλλὰ κι ἂν ἀκόμη προσφέρεις ἐλεημοσύνη, ὡς προϊὸν ἀπάνθρωπης ἐκμετάλλευσης δὲν θὰ εἶναι καρπὸς
τῶν συμφορῶν τῶν ἄλλων, γεμάτη δάκρυα καὶ στεναγμούς; Ἂν γνώριζε ὁ φτωχὸς ἀπὸ ποῦ προσφέρεις τὴν ἐλεημοσύνη, δὲν θὰ τὴ δεχόταν, γιατὶ θὰ αἰσθανόταν σὰ νὰ ἔμελλε νὰ γευτεῖ σάρκες ἀδελφικὲς καὶ αἷμα συγγενῶν του. Θὰ σοῦ πετοῦσε δὲ κατάμουτρα τοῦτα τὰ λόγια τὰ γεμάτα θάρρος καὶ φρονιμάδα: Μὴ μὲ θρέψεις, ἄνθρωπε, ἀπὸ τὰ δάκρυα τῶν ἀδελφῶν μου. Μὴ δώσεις στὸ φτωχὸ ψωμὶ βγαλμένο ἀπὸ τοὺς στεναγμοὺς τῶν ἄλλων φτωχῶν. Μοίρασε στοὺς συνανθρώπους σου ὅσα μὲ ἀδικίες μάζεψες καὶ τότε θὰ παραδεχτῶ τὴν εὐεργεσία σου. Ποιὸ τὸ ὄφελος, ἂν ημιουργεῖς πολλοὺς φτωχοὺς (μὲ τὴν ἐκμετάλλευση) κι ἀνακουφίζεις ἕνα (μὲ τὴν ἐλεημοσύνη); Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ πλῆθος τῶν τοκογλύφων (τῶν ἐκμεταλλευτῶν γενικά), δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε ἡ στρατιὰ τῶν πεινασμένων. Ἂς διαλυθοῦν τὰ ὀργανωμένα οἰκονομικὰ συμφέροντα καὶ ὅλοι θ’ ἀποκτήσουμε τὴν οἰκονομική μας αὐτάρκεια.



0 Σχόλια

Πρόσφατα σχόλια

Μετεκλογικά 20ής του Σεπτέμβρη και η ΛΑ.Ε
(ουτε)Συνετος (ουτε)Επαναστατης
26 Οκτ 2015, 00:42
Μετεκλογικά 20ής του Σεπτέμβρη και η ΛΑ.Ε
Συνετος Επαναστατης
25 Οκτ 2015, 11:53
 

Στατιστικά

Γλώσσες: 1
Μέλη: 206
Νέα: 1405
Σύνδεσμοι: 24
Επισκέπτες: 1373112
 

Οι Ροές Ειδήσεων της Χριστιανικής

RSS 0.91
RSS 1.0
RSS 2.0
ATOM 0.3
OPML


Copyright (C) 2006-2015 ΚΙΝΗΜΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. All rights reserved.
Powered by Jim Pap | Γραφικά από τον Αγιογράφο Γ.Κ.